Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Η κάτω όψη της κρίσης, βιβλιοκρισία του Χριστόφορου Κάσδαγλη για τον "Φόρο στους Ρακοσυλλέκτες!"

Από τη δράση του Δικτύου Νομαδικής Αρχιτεκτονικής, 
Μας έδιωξαν από δω. Περπατώντας στις διαδρομές των εκτοπισμένων: Μικροί σπόροι, 
στην 4η Μπιενάλε της Αθήνας, με τίτλο AGORA, 
που πραγματοποιείται στο Χρηματιστήριο της οδού Σοφοκλέους, έως την 1η Δεκέμβρη

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΥΛΗΣ, Φόρο στους ρακοσυλλέκτες! Κείμενα για την κρίση, εικονογράφηση Soloúp, εκδόσεις ThePressProject, σελ. 176

Ένα βιβλίο με τον παράδοξο τίτλο «Φόρο στους ρακοσυλλέκτες!». Ένας πρώτος καλός λόγος για να το διαβάσεις. Συγγραφέας του ο Κωνσταντίνος Πουλής, ένας στιβαρός αρθρογράφος. Εκδότης του το ThePressProject στην πρώτη του εκδοτική απόπειρα.
Το βιβλίο περιλαμβάνει 39 επιφυλλίδες δημοσιευμένες στο εναλλακτικό ενημερωτικό portalThePressProject, από τις 7 Ιουνίου του 2011 έως τις 9 Ιουλίου 2012. Ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα το οποίο αρχίζει με τους πρώτους ισχυρούς κραδασμούς στη μνημονιακή κυβέρνηση Παπανδρέου και κλείνει με την εγκαθίδρυση της τρικομματικής κυβέρνησης Σαμαρά. Μια πυκνή πολιτικά περίοδος, που συμπυκνώνει την έξαρση της οικονομικής κρίσης, τις πλατείες, τη ριζική μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών με αύξηση της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά βέβαια και με την ανάδυση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής. Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται μια ραδιοφωνική συζήτηση με το επίκαιρο θέμα της ανόδου του νεοναζισμού, καθώς και 19 γελοιογραφίες του σκιτσογράφουSoloup.

Έχει νόημα να ξαναδιανέμεις με τη μορφή βιβλίου κείμενα που γράφτηκαν για διαδικτυακή ανάγνωση; Η άποψή μου είναι πως στη συγκεκριμένη περίπτωση το πείραμα δικαιώνεται. Πρόκειται για διαφορετική εμπειρία ανάγνωσης. Εδώ δεν κρίνεται πλέον το αν ο συγγραφέας άδραξε την επικαιρότητα. Κρίνονται η ενότητα του ύφους και η συνέχεια του στοχασμού.
Ο Κωνσταντίνος Πουλής διαθέτει στέρεα κριτική σκέψη, που βασίζεται στην καλή παρατήρηση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Η παρατήρησή του είναι καίρια, γιατί δεν γίνεται από καθέδρας, είναι άμεσα συνδυασμένη με τη συμμετοχή. Την ίδια ώρα όμως που δρα, σκέφτεται και αναμηρυκάζει διαβάσματά του που έχει τον τρόπο να τα εισάγει στα κείμενα όχι ως τσιτάτα αλλά ως βιωμένη γνώση. Τα αποσπάσματα που χρησιμοποιεί μοιάζει να εκβάλλουν αβίαστα από τη σκέψη του, είναι συγκοινωνούντα δοχεία μ’ αυτήν και δεν προκύπτουν εκβιαστικά, ως στείρα υποχρέωση τεκμηρίωσης.
Αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι η ιδιαιτερότητα της σκέψης του Κωνσταντίνου Πουλή, ένας δικός του τρόπος ανάγνωσης των πραγμάτων, που εκδηλώνεται με μικρές λαμπερές παρεκβάσεις και υποδηλώνει ότι στο μυαλό του υφίσταται ένα αυτόνομο σύμπαν, ένας κώδικας αρχών που μπορεί να ερμηνεύει ετερόκλητα πράγματα. Ο Πουλής είναι αριστερός, αλλά με έναν τρόπο που απέχει σημαντικά από τον ζυγισμένο και στοιχημένο τρόπο με τον οποίο πολλοί αριστεροί εκφράζουμε δημόσια τις πεποιθήσεις μας. Η ματιά του χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία και από μιαν απόσταση, χωρίς να στερείται ενεργητικότητας και συνευθύνης. Στη σελίδα 26 του βιβλίου ο συγγραφέας πραγματοποιεί ένα μεγάλο άλμα πάνω από τις τρέχουσες συγκρούσεις και διαφωνίες, για να προχωρήσει σε μια ενδιαφέρουσα αναφορά η οποία ανάγεται σε επίπεδο τριακονταετίας: «Η πρώτη και μεγαλύτερη ήττα της Αριστεράς, πριν από τα ανεξήγητα μικρά ποσοστά στις εκλογές και τις δημοσκοπήσεις, είναι πως στις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας εξακολουθούν να υπάρχουν φτωχοί, αλλά αυτοί οι φτωχοί δεν θεωρούνται πια αθώα θύματα του συστήματος. Θεωρούνται ‘λούζερ’, πατημένες τσίχλες».
Η Αριστερά του Πουλή είναι μια Αριστερά ευρύχωρη, που δεν υπάρχει για τον εαυτό της αλλά για να γίνει ο καταλύτης ευρύτερων διεργασιών μέσα στις οποίες η ίδια θα γονιμοποιεί εκ νέου διεργασίες. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη σελίδα 89: «Όσοι έμαθαν να μιλούν με περιφρόνηση για τον βολεμένο μικροαστό που μέχρι χθες ψήφιζε ΠΑΣΟΚ και τον λοιδορούν που αποφάσισε να κατέβει σε πορείες τώρα που έχασε τα προνόμιά του, θα πρέπει να σεβαστούν ότι πραγματική κοινωνική αλλαγή μπορεί να συμβεί ακριβώς όταν εξεγείρονται οι μέχρι χθες ανυποψίαστοι».
Μια άλλη αρετή του βιβλίου είναι το χιούμορ: Στη σελίδα 15, ανάμεσα σε πολύ σοβαρές σκέψεις, το κείμενο εκτρέπεται σε άλλη κατεύθυνση: «Σοφοί επικοινωνιολόγοι έχουν προφανώς συμβουλέψει τους πολιτικούς μας πως δεν πρέπει να εμφανίζονται ανάλγητοι. Πρέπει να παίρνουν ανάλγητα μέτρα, αλλά ‘με πόνο ψυχής’». Σελίδα 80: «Παρατηρούσα μια φορά έναν καλοντυμένο τριανταπεντάρη που οδηγούσε μια ανοιχτή BMW και κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλάκι αντιστρές. Με πόση ψυχοθεραπεία θα την ξεπληρώσει αυτή την ΒMW;». Σελίδα 117: «Ο Βενιζέλος μπορεί να είναι άσωτος, αλλά δεν είναι γιος μου, είναι πολιτικός που διεκδικεί την ψήφο μου. Ζητώ λοιπόν να πάψει να καπηλεύεται τα ηθικά μου αισθήματα».
Υπάρχουν ορισμένα θέματα στα οποία ο Πουλής επανέρχεται τακτικά. Το πρώτο είναι ότι μοιάζει πεπεισμένος πως η εξέγερση και η ανατροπή δεν πρόκειται να προέλθουν ως αποτελέσματα νοητικής διεργασίας, δεν θα προκύψουν ως ιστορική πολυτέλεια ή ως εφαρμογή ενός προκαθορισμένου πολιτικού προγράμματος, αλλά ως αδήριτη ανάγκη κοινωνικών στρωμάτων που δεν θα έχουν άλλες επιλογές. Το δεύτερο έχει να κάνει με την ευθύνη των πολιτών («Για δύο πράγματα δεν έπαψε ποτέ να αυξάνει ο θαυμασμός μου: για τον έναστρο ουρανό και για το πόσο μωρόπιστοι είναι οι ψηφοφόροι»).
Άλλα σημεία-κλειδιά είναι η αναξιοπιστία της εξουσίας, ο ρατσισμός ως διάχυτο κοινωνικό φαινόμενο, η κρυφή γοητεία του νεοναζισμού. Και βέβαια, το θέμα που στοιχειώνει θα έλεγα τη σκέψη του Κωνσταντίνου Πουλή, είναι το πρόβλημα της βίας. Ένα πρόβλημα πάντως στο οποίο παρουσιάζεται αμφίθυμος και συνεχώς αντιφατικός, η μόνη ρωγμή στο σφιχτοδεμένο σύμπαν των ιδεών του.
Αυτό που θα ’θελα τελικά να κρατήσουμε από το βιβλίο είναι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη  σελίδα 67: «Μόνο δυο πράγματα νομίζω θα μας κρατήσουν όρθιους. Το πρώτο είναι να γευόμαστε ακόμα τις χαρές που προσφέρει η συλλογικότητα που πάλλεται σε δρόμους και πλατείες και κάνει τη φωνή των αδυνάτων να ακούγεται, όσο εύθραυστη κι αν είναι αυτή η φωνή. Να την ενισχύσουμε όσο μπορούμε, για να διεκδικήσει -και μαζί να μεταμορφώσει- τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Το δεύτερο είναι να καταφέρουμε εμείς να μη γίνουμε σαν την εποχή μας, σκληροί και άσπλαχνοι, λύκοι. Γιατί, στο τέλος, τι απομένει; Να απαντήσουμε όχι μόνο τι καταφέραμε, αλλά και τι άνθρωποι γίναμε, μέσα σ’ όλ’ αυτά».


Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου